αθέρμιστος

αθέρμιστος
-η, -ο [θερμίζω]
1. λέγεται για το λάδι όταν αυτό προέρχεται από ελιές που δεν περιχύθηκαν με καυτό νερό πριν πιεστούν
2. (για βούτυρο κ.λπ.) αυτός που δεν θερμάνθηκε, δεν ζεματίστηκε για να απαλλαγεί από τις ξένες ουσίες που περιέχει
3. (για φαγητά) που δεν περιχύθηκε με καυτό βούτυρο, λάδι κ.λπ.
4. (για πράγματα) που δεν καθαρίστηκε με θερμό, δηλ. με νερό βραστό στάχτης («αθέρμιστα ρούχα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • αθέρμιστος — η, ο αυτός που δεν περιχύθηκε με βραστό νερό (ή άλλο υγρό) για να λαγαρίσει, αζεμάτιστος: Το λάδι αυτό μυρίζει έτσι, γιατί είναι αθέρμιστο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άθερμος — η, ο (Α ἄθερμος, ον) ο δίχως θερμότητα, ο μη θερμός νεοελλ. 1. αθέρμαστος* 2. αθέρμιστος* 3. το ουδ. ως ουσ. το άθερμο, αθέρμιστο* λάδι, αγουρόλαδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + θερμός < θέρμη] …   Dictionary of Greek

  • αθέρμαστος — η, ο [θερμαίνω] 1. αυτός που δεν θερμάνθηκε ή δεν θερμαίνεται, ο αθέρμαντος 2. ο αζεμάτιστος, ο αθέρμιστος* 3. αυτός που δεν εχει πυρετό, απύρετος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”